“Η Αγάπη δεν είναι μια Συνεχής Κατάσταση Ενθουσιασμού” Esther Perel

Esther Perel

Η πρώτη μου ερώτηση αφορά την άποψη που έχετε διατυπώσει, ότι σήμερα, πιο έντονα από ποτέ, η ζωή του ζευγαριού έχει κεντρική θέση στην κοινωνική μας οργάνωση. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Επειδή, ανατρέχοντας στην ιστορία της οικογενειακής ζωής, βλέπουμε πως η συναισθηματική ευημερία του ζευγαριού δεν ήταν ποτέ άλλοτε απαραιτητη προϋπόθεση για την επιβίωση της οικογένειας, όπως συμβαίνει σήμερα. Το ζευγάρι θα μπορούσε να συμβιώνει δυστυχισμένο για τριάντα χρόνια. Ήταν μια εφ’ όρου ζωής παγίδα. Παντρευόταν κανείς μόνο μια φορά. Αν απογοητευόταν στη συνέχεια, η μόνη ελπίδα ήταν ο πρόωρος θάνατος του ή της συντρόφου. Ο γάμος ήταν ένας πραγματιστικός θεσμός. Μια συνθήκη, οπωσδήποτε αναγκαία, αλλά, κατα βάση, κάθε άλλο παρά υπέροχη — ειδικά για τις γυναίκες.

Αργότερα προστέθηκαν και οι αισθηματικές ανάγκες στην αναζήτηση του ιδανικού ταιριού — η ανάγκη του ανήκειν και της συντροφικότητας. Ανεβήκαμε κλίμακα στην πυραμίδα των αναγκών του Maslow και θέσαμε την ανάγκη μας για αυτοπραγμάτωση ως ζητούμενο του γάμου. Συνεχίσαμε, λοιπόν, να θέλουμε περισσότερα. Φτάσαμε να ζητούμε να λάβουμε από ένα άτομο αυτό που κάποτε μπορούσε να παρέχει ένα ολόκληρο χωριό.

Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι έχουν επίγνωση αυτής της πραγματικότητας όταν αναζητούν έναν σύντροφο; Ψάχνουμε τον “έναν”, παρά τον κυνισμό που υπάρχει γύρω από την ιδέα καθαυτή.

Όχι, διαφωνώ. Δεν είμαστε καθόλου κυνικοί.

Σύμφωνοι.

Ο γάμος είναι ένα σύνολο από πολλαπλές αφηγήσεις. Ανήκουν τόσο στους ανθρώπους που άμεσα μετέχουν σε αυτές, όσο και σε αυτούς που τις υποστηρίζουν και ζουν γύρω τους . Μιλώ για την οικογένεια, τους φίλους, την κοινότητα. Κάτι που είπα κάποτε, το οποίο έκτοτε αποκρυσταλλώθηκε σε ένα είδος ρητού για μένα, είναι πως επιλέγοντας έναν σύντροφο επιλέγετε και μια ιστορία και, έτσι, βρίσκεστε πρωταγωνιστές σε μια ταινία για την οποία δεν περάσατε ποτέ από ακρόαση. Τότε προκύπτουν και οι αφηγήσεις.

Το πρώτο πράγμα για το οποίο μπορείτε να διερωτηθειτε από διαπολιτισμική άποψη είναι το εξής: Είναι ο γάμος, με την έννοια της ένωσης μεταξύ δύο ανθρώπων, κάτι που υπάρχει μόνο στο μυαλό μας; Ή, άραγε, προέρχεστε ή είστε ενεργό μέρος μιας κουλτούρας, σύμφωνα με την οποία ο γάμος σηματοδοτεί, μέχρι και σήμερα, την ένωση δύο οικογενειών; Αυτό καθορίζει τα πάντα σχετικά με τα όρια που διέπουν μια σχέση.

Είστε θεραπεύτρια για πάνω από τριάντα χρόνια. Σε αυτό το διάστημα, στις Ηνωμένες Πολιτείες σίγουρα, αλλά και σε μεγάλα μέρη του κόσμου, οι σχέσεις έχουν αλλάξει σημαντικά. Ο γάμος των ομοφυλόφιλων. Οι γυναίκες που κάνουν παιδιά σε μεγαλύτερη ηλικία από ποτέ. Η τεχνολογία, που παίζει πια καθοριστικό ρόλο στο πώς αναζητούμε συντρόφους και το πώς, στη συνέχεια, διατηρούμε την επαφή μαζί τους. Ποιά ζητήματα γύρω από τις σχέσεις σας προβληματίζουν αυτή την περίοδο;

Προερχόμαστε από ένα μοντέλο στο οποίο οι σχέσεις — στη ζωή του χωριού μας, στις κοινοτικές μας δομές — ήταν πάντα σαφείς. Η κοινότητα μας έδωσε την αίσθηση της ταυτότητάς μας. Ήξερες ποιος ήσουν. Ήξερες τι προσδοκίες είχαν οι άλλοι από εσένα και πώς θα συμπεριφερθείς. Είχες το προνόμιο της βεβαιότητας, της αυξημένης αίσθησης του ανήκειν και δεν διέθετες ιδιαίτερα πολλές ελευθερίες.

Έπειτα ήρθε η αστικοποίηση, η μετακίνηση πληθυσμών, ο ριζοσπαστικός ατομικισμός και η φιλοδοξία του υλισμού. Όλα αυτά δημιούργησαν ένα πεδίο στο οποίο οι σχέσεις υπέστησαν ραγδαίες αλλαγές. Δεν είχαμε πια την παραμικρή ιδέα πώς να τις διαχειριστούμε. Οι κανόνες αντικαταστάθηκαν από επιλογές, ενώ, την ίδια στιγμή, η αβεβαιότητα και η αυτοαμφισβήτηση γιγαντώθηκαν. Σήμερα ένα στα δύο βιβλία σχετικά με τις σχέσεις αφορά το αίσθημα του ανήκειν και της μοναξιάς.

Πιστεύω, λοιπόν, πως εδώ έχει συντελεστεί η δραματικότερη αλλαγή: αυτό που άλλοτε οριζόταν από κανόνες, την αίσθηση του καθήκοντος και της υποχρέωσης, αποτελεί πλέον αντικείμενο συζήτησης. Όλα γίνονται, συνεπώς, μέρος μιας εξαντλητικής διαπραγμάτευσης! Συζητάς με τον σύντροφό σου για κάθε τι που έχει σημασία — πού θα ζήσετε, αν θέλετε να κάνετε παιδιά, πόσα παιδιά θέλετε να φέρετε στον κόσμο, αν αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή για να τα αποκτήσετε. Πρόκειται πραγματικά για έναν “υπαρξιακό μπουφέ” γεμάτο επιλογές. Αλλά,την ίδια στιγμή, είναι και πολύ δύσκολο να προσπαθείς να ορίσεις τα πάντα. Δεν υποφέρουμε, λοιπόν, χωρίς λόγο. Αυτό προσπαθώ να τονίσω.

Άρα έχουμε θέσει τον πήχη πολύ ψηλότερα από το επίπεδο της απόδοσής μας.

Σωστά. Εύστοχα το συνοψίσατε.

Θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση σχετικά με την έννοια της “συγνώμης”, κάτι που σκέφτομαι πολύ τελευταία, ειδικά όσον αφορά το κίνημα #MeToo. Πώς μπορούμε να περιμένουμε από ανθρώπους που έχουν πραγματικά σφάλλει απέναντι σε άλλους σε σχέσεις, στη δημόσια σφαίρα, την εργασία τους ή οπουδήποτε αλλού να ζητήσουν συγνώμη; Κάτι στην κοινωνία μας φαίνεται να μην το επιτρέπει. Κάθε παραδοχή πιθανώς να αποκτήσει γιγάντιες διαστάσεις.

Η αποδοχή και η απολογία δεν είναι ταυτόσημες. Υπάρχουν δύο συστήματα δικαιοσύνης, σωστά; Υπάρχει η αποκαταστατική δικαιοσύνη και το τιμωρητικό σύστημα. Η πρώτη επικεντρώνεται στη θεραπεία. Η δεύτερη στην τιμωρία και την εκδίκηση.

Οι Νοτιοαφρικανοί δημιούργησαν ένα σύστημα λογοδοσίας. Σύμφωνα με αυτό, δεν ζητάει κανείς συγνώμη, είναι υπεύθυνος. Περιγράφει τα γεγονότα και αφήνει στους άλλους την ελευθερία να αποφασίσουν. Το να θέλουν να συγχωρήσουν, γιατί κρίνουν πως είναι προς το συμφέρον τους να το κάνουν — και εδώ δεν εννοώ να δεχθούν τη συγνώμη λέγοντας πως όλα είναι εντάξει, αλλά να συγχωρήσουν για να μην τους κατατρώει το μίσος, ο πόνος — είναι κάτι που ανήκει στην προαίρεση τους. Έχει, λοιπόν, καθένας την ατομική του ευθύνη για το όποιο αδίκημα. Αυτό είναι ένα μέρος της συγνώμης.

Όσον αφορά τη θεραπεία, αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ο πόνος έχει μια έννοια καθολική, αλλά το πως τον νοηματοδοτούμε και ο τρόπος με τον οποίο τον αφηγούμαστε είναι ένα ξεκάθαρα πολιτισμικό φαινόμενο, αμιγώς εξαρτώμενο από το πλαίσιο. Δεν υπάρχει τίποτα που να μας βοηθά να αντιμετωπίσουμε καλύτερα αυτές τις εμπειρίες από το σχετίζεσθαι με τους άλλους. Η κοινωνική σύνδεση είναι βάλσαμο για το μεγαλύτερου μέρους του πόνου, της οδύνης, του τραύματος που θα βιώσουμε. Οι κοινότητες που έρχονται σε επαφή λειτουργούν με τον πιο φυσικό τρόπο σαν ένα είδος αναχώματος.

Αυτό που κάνει το τραύμα πιο επώδυνο δεν είναι το ίδιο το γεγονός. Είναι η απομόνωση, η μυστικότητα και η ντροπή με την οποία πρέπει να ζήσει κανείς μετά. Το γνωρίζω από επαγγελματική σκοπιά, αλλά και μέσα από τα προσωπικά μου βιώματα. Μεγάλωσα, εννοώ, έχοντας αυτή την εμπειρία. Την αντιλαμβανόμουν κάθε μέρα.

Μεγαλώσατε στο Βέλγιο. Είστε κόρη επιζώντων του Ολοκαυτώματος.

Όλοι οι Βέλγοι Εβραίοι απελάθηκαν. Εξήντα χιλιάδες κόσμος. Μόλις μερικές χιλιάδες παιδιά σώθηκαν και αυτό γιατί κρύφτηκαν. Μετά τον πόλεμο, ολόκληρη η εβραϊκή κοινότητα του Βελγίου — η οποία σήμερα ανέρχεται σε σαράντα περίπου χιλιάδες άτομα ανάμεσα σε έντεκα εκατομμύρια Βέλγους — ήταν άνθρωποι που ήρθαν από στρατόπεδα, δάση, κρυψώνες. Ολόκληρη η εβραϊκή κοινότητα ήταν μια κοινότητα επιζώντων. Αυτό ήταν το μόνο που γνωρίζαμε. Και η κοινότητα αυτή των επιζώντων, παντού, σε όλο τον κόσμο, χωρίς καμία συμβολή ψυχιάτρων ή ψυχολόγων, άρχισε να διοργανώνει παντός είδους εκδηλώσεις — εκδηλώσεις για τους επιζώντες από κάθε λογής στρατόπεδο και χωριό — γιορτές, αναδασώσεις, προσπάθειες να αρχίσουν μια νέα ζωή και να φέρουν στον κόσμο παιδιά.

Τι κάνει αυτήν τη συνάθροιση τόσο ενδιαφέρουσα; Είναι η πρώτη φορά που οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι ήταν δυνατόν να υπάρχει ένα τραύμα ενηλίκων. Πριν από αυτό, με βάση τη φροϋδική σκέψη, όλα θεωρούνταν προϊόν της ηλικίας μηδέν έως πέντε ετών. Τώρα, όμως, εξοικειωνομαστε με την ιδέα πως θα μπορούσε κανείς να είναι εντελώς καλά και ένα κατακλυσμικό γεγονός, όπως αυτό, να τον καταστρέψει. Ο μόνος τρόπος, με τον οποίο μπορεί κανείς να ανακτήσει μια αίσθηση συνέχειας, σκοπού, σύνδεσης, είναι η συνάθροιση με τους υπόλοιπους. Αυτό είναι που παρατήρησα.

Οι γονείς σας ήταν οι μόνοι επιζώντες στις οικογένειές τους αντίστοιχα. Πώς ήταν για σας να μεγαλώνετε σαν παιδί σε μια τέτοια οικογένεια; Πώς ήταν ο γάμος τους;

Για πολλούς ανθρώπους που παντρεύτηκαν μετά τον Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο, το σκεπτικό ήταν «Είμαι μόνος — είσαι μόνη — έχασα τα πάντα — έχασες τα πάντα. Ας παντρευτούμε». Αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκαν πολλά ζευγάρια. Και πολλά από αυτά, όταν πια έφτασαν να έχουν οικοδομήσει μια νέα ζωή, είχαν πλέον πάψει να μοιράζονται πολλά κοινά. Έτυχε να είμαι αρκετά τυχερή. Οι γονείς μου γνωρίστηκαν την ημέρα της απελευθέρωσης στο δρόμο. Η μητέρα μου ήταν μορφωμένη. Ο πατέρας μου σχεδόν αγράμματος. Και τελικά τη λάτρεψε για μια ζωή. Ήταν ένα θέαμα πραγματικά τόσο όμορφο.

Αλλά νομίζω πως το πιο ενδιαφέρον σημείο διάκρισης ανάμεσα στη δική μου οικογένεια και σε άλλες — και αυτό είναι κάτι που μπορεί να επεκταθεί στην περίπτωση κάθε τραύματος — είναι ότι, μετά από μια τέτοια εμπειρία, υπάρχουν αυτοί που απλά δεν πέθαναν και άλλοι που είναι πραγματικά ζωντανοί. Μερικοί άνθρωποι απλά επιβιώνουν, ενώ άλλοι ευημερούν ξανά. Υπήρχαν σπίτια που ήταν νοσηρά — δεν μπορούσε κανείς να βιώσει την παραμικρή απόλαυση, γιατί, αν το έκανε, αν ένιωθε κάποια ευχαρίστηση, αυτό θα σήμαινε πως δεν ήταν σε επαγρύπνηση, σε επιφυλακή, σε ετοιμότητα για τον επόμενο κίνδυνο.

Και, έπειτα, ήταν και εκείνοι που αποφάσισαν να δουν, κατα κάποιο τρόπο, τη ζωή ως δεύτερη ευκαιρία και να ζήσουν την κάθε της στιγμή. Είμαι πολύ τυχερή, με αυτή την έννοια, που ήμουν σε ένα νοικοκυριό που κατευθύνθηκε προς αυτό το άκρο. Δεν μπορούσε κανείς να είναι λυπημένος, ούτε για δύο λεπτά, γιατί κάποιος θα έλεγε: “Τι συμβαίνει; Ποιο είναι το πρόβλημα;” Ποτέ δεν θα μπορούσες να έχεις ένα πρόβλημα που ήταν αρκετά σημαντικό για να σε κάνει λυπημένο — γιατί τι μπορεί να συγκριθεί με την εμπειρία του Άουσβιτς; Βέβαια, φαντάζεστε, και αυτό δεν είναι εύκολο.

Πήγατε για σπουδές στο Ισραήλ και μετά στις ΗΠΑ. Και στις ΗΠΑ συναντήσατε τον άντρα που θα γινόταν ο σύζυγός σας.

Ναι.

Γίνατε λοιπόν Αμερικανίδα – ή μάλλον ξεκινήσατε να γίνεστε σταδιακά Αμερικανίδα – σχετικά απροσδόκητα.

Νόμιζα ότι θα έμενα στη Νέα Υόρκη για ένα χρόνο, αλλά δεν πήρα ποτέ το δρόμο της επιστροφής.

Και πότε ξεκινήσατε να εργάζεστε με ζευγάρια; Γιατί επικεντρωθήκατε εκεί;

Άρχισα να ενδιαφέρομαι από πολύ νωρίς για θέματα σχετικά με τη μετανάστευση και την ταυτότητα του ατόμου. Οι σπουδές μου ήταν πάνω στις πολιτισμικές σχέσεις και τη θρησκεία, το σχηματισμό της θρησκευτικής ταυτότητας. Πώς αυτή αλλάζει στο πλαίσιο της εθελούσιας ή, ακόμα, της αναγκαστικής, μετανάστευσης; Αντικείμενο μου, συγκεκριμένα, ήταν η εβραϊκή ταυτότητα και πώς αυτή διαμορφώνεται διαφορετικά ανάλογα με το εκάστοτε εθνικό πλαίσιο. Ποια είναι η διαφορά μεταξύ Εβραίων στην Αμερική, την Αυστραλία, τη Νότια Αφρική, τη Γερμανία και την Αργεντινή ή το Ισραήλ; Έτσι, άρχισα να μελετώ το πώς οι σχέσεις αλλάζουν μαζί με μεγάλες πολιτισμικές μεταβάσεις. Πέρασα είκοσι χρόνια, πριν γράψω για τη σεξουαλικότητα, δουλεύοντας με πολιτισμικές, φυλετικές και θρησκευτικά μικτές οικογένειες και ζευγάρια, εδώ και στο εξωτερικό.

Το βιβλίο μου «Ερωτική Νοημοσύνη» προέκυψε εντελώς συμπτωματικά. Δεν είχα ιδέα ότι κάποια στιγμή θα έγραφα για οποιοδήποτε από τα θέματα για τα οποία μιλώ τα τελευταία χρόνια. Και η θεραπεία ζευγαριών προέκυψε από την θεραπεία της οικογένειας — γιατί στο παρελθόν άνθρωποι έφερναν προς θεραπεία μόνο τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το παιδί. Αυτός ήταν ο μόνος βάσιμος λόγος για τον οποίο θα μπορούσε να έρθει η οικογένεια σε θεραπεία. Συχνά, το παιδί δεν ήταν παρά ο φορέας των συμπτωμάτων που προέκυπταν από βαθύτερα ζητήματα μέσα στη σχέση. Και, σταδιακά, προσπαθούσες να επιδιώξεις να φέρεις τα άτομα πιο κοντά. Η θεραπεία ζεύγους είναι η πιο δύσκολη μορφή θεραπείας. Συχνά και η πιο ανώφελη. Αλλά είναι και το ζωντανότερο θέατρο χαρακτήρων. Τη βρίσκω σαγηνευτική.

[…]

Το τελευταίο σας βιβλίο, «Τα Πρόσωπα της Απιστίας», προτείνει μια, κάπως, αντισυμβατική θεώρηση της απιστίας τι είναι και τι ρόλο παίζει σε ένα ζευγάρι. Αν καταλαβαίνω σωστά, τα τελευταία επτά χρόνια της πορείας σας ως θεραπεύτρια, βλέπετε αποκλειστικά ζευγάρια που αντιμετωπίζουν την απιστία. Και αυτό που προτείνετε σαν ιδέα είναι πως αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα το τέλος μιας σχέσης. Σημαίνει το τέλος μόνο μιας φάσης της σχέσης.

Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για τις σύγχρονες σχέσεις μέσα από το πρίσμα της απιστίας, γιατί η απιστία αφορά την προδοσία και τη μυστικότητα, την εξαπάτηση και τη διττότητα, την αγάπη και το πάθος, τη λαγνεία και την εκδίκηση, την κτητικότητα — είναι η ανθρώπινη περιπέτεια στο σύνολο της — και αναρωτήθηκα, πέρα από την τέχνη της όπερας, τι κινεί τον άνθρωπος προς αυτήν;

Έτσι θεώρησα ότι προσφέρει ένα απίστευτο πρίσμα για να εξετάσω ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα: Πώς εξελίχθηκε η απιστία, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, σε μια από τις κυριότερες αιτίες διαζυγίου στον κόσμο της Δύσης; Αυτή, ξέρετε, είναι μια θεμελιώδης τομή στο θεσμό του γάμου.

Εννοείτε, φαντάζομαι, γιατί κάποτε δεν θα αποτελούσε αιτία χωρισμού;

Βασικά, ο γάμος ήταν κάποτε ένας θεσμός στον οποίο μπαίνατε και αυτό ήταν. Δεν υπήρχε διέξοδος. Και η πίστη στο γάμο ήταν επιβεβλημένη κυρίως στις γυναίκες — ώστε να ξέρουν ποια παιδιά πρέπει να ταΐσουν και ποιος θα κληρονομούσε την οικογενειακή μερίδα μετα θάνατον. Ήταν μια οικονομική πραγματικότητα. Δεν είχε καμία σχέση με την αγάπη. Οι άντρες είχαν το ελεύθερο να απατήσουν, με κάθε είδους πρόσχημα, γιατί απλά θεωρείται πως είναι στη φύση τους να γυρίζουν εδώ και εκεί.

Έτσι απιστία υπήρχε από την πρώτη στιγμή της εφεύρεσης του γάμου ως κοινωνικό σχήμα. Είναι η μόνη εντολή που επαναλαμβάνεται δύο φορές στη Βίβλο. Ίσως γιατί κάποιος κατάλαβε την ανθρώπινη τάση για αυτού του είδους την παραβίαση. Ήθελα να καταλάβω, γιατί οι άνθρωποι απατούν; Ιδιαίτερα, γιατί άνθρωποι σε ευτυχισμένες σχέσεις απατούν — κάτι που δεν λαμβάνουμε ποτέ υπόψη ως πιθανότητα, επειδή, στην ουσία, πιστεύουμε πως αν έχει κανείς ό,τι έχει ανάγκη μέσα στο σπίτι, δεν θα πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος να το αναζητήσει αλλού. Επομένως, αν αναζητήσει κάτι αλλού, λογικά θα πρέπει αυτό να λείπει.

Είναι μια ταυτολογία. Έχω δει τόσα πολλά άτομα, που κάθε άλλο παρά κακές σχέσεις είχαν και που, παρόλα αυτά, έχουν χωρίσει. Και αναρωτιέται κανείς, γιατί το διαζύγιο δεν έχει καταστήσει την ιδέα της απιστίας παρωχημένη;

Έχετε έναν λειτουργικό ορισμό της αγάπης;

Είναι ένα ρήμα. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Είναι μια ενεργή δέσμευση με όλο το φάσμα των συναισθημάτων — θετικά, και πρωτόγονα, και απεχθή. Αλλά είναι ένα πολύ ενεργό ρήμα. Και είναι συχνά εκπληκτικό το πώς μπορεί να μοιάζει με την άμπωτη και την παλίρροια. Είναι σαν το φεγγάρι. Εκεί που πιστεύουμε πως εξαφανίστηκε, ξαφνικά εμφανίζεται και πάλι. Δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση ενθουσιασμού. Είμαι τριάντα πέντε χρόνια σε μια σχέση και ακόμα το κάνω πράξη. Και έχω δύο αγόρια — εξασκούμαι. Δεν υπάρχει μόνο η ρομαντική αγάπη.

Νομίζω ότι ο ορισμός της αγάπης που λέει πως “είσαι το παν μου”, αυτή η απόλυτη εξύψωση, βρίσκεται στους γαμήλιους όρκους. Το έχετε αναλογιστεί ποτέ; Είναι σαν να λέω πως “θα σφουγγίζω κάθε δάκρυ που ρέει στο πρόσωπό σου πριν καν αντιληφθείς ότι τρέχει”. Νομίζω ότι ένας πιο ρεαλιστικός όρκος γάμου θα ήταν: “θα τα κάνω μαντάρα τακτικά και, κάποιες φορές, θα το παραδέχομαι”.

* Η συνέντευξη παραχωρήθηκε τον Δεκέμβριο του 2018 στην Αlexandra Schwartz και απόσπασμα της μεταφράστηκε από τα αγγλικά από την ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού The New Yorker.

Η Esther Perel είναι ψυχοθεραπεύτρια με και εστιάζει ως συγγραφέας στο σύγχρονο πρόσωπο του έρωτα. Ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη, συμμετέχει τακτικά σε διαδικτυακές ομιλίες στο TED Talks και είναι παραγωγός και παρουσιάστρια του επιτυχημένου podcast Where Should We Begin. Τα βιβλία της “Ερωτική Νοημοσύνη” και τα “Πρόσωπα της Απιστίας” έχουν μεταφραστεί σε πολυάριθμες γλώσσες και έχουν γίνει best seller παγκοσμίως. Στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέλευθος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.